Τον Οκτώβριο του 2015, ο Μπρένταν Ρότζερς αποχώρησε από τον πάγκο της Λίβερπουλ και τον διαδέχτηκε ο Γιούργκεν Κλοπ.

Ο Ρότζερς είχε τις καλές του στιγμές, αλλά η αλήθεια είναι ότι από τότε που ανέλαβε ο Κλοπ η ομάδα κερδίζει διαρκώς σε status και συνεχώς βελτιώνεται αγωνιστικά. Έχει ήδη φτάσει σε τρεις τελικούς από το 2015 και είναι στη θέση του οδηγού στο φετινό πρωτάθλημα.

Παλιές γκέλες του παρελθόντος στο πρωτάθλημα δεν υπάρχουν πια και η ομάδα έχει ζήσει ιστορικά ευρωπαϊκά βράδια (βλ. το ματς με την Ντόρτμουντ το 2016, τις περσινές επιτυχίες κόντρα σε Σίτι και Ρόμα στο Champions’ League, τις φετινές δραματικές νίκες με Παρί και Νάπολι).

Πως κατάφερε ο Κλοπ να μεταμορφώσει προς το καλύτερο μια ομάδα που πολλές φορές δεν άντεχαν ούτε οι φίλοι της να την βλέπουν; Θα κάνω μια προσπάθεια να χωρέσω σχεδόν 40 μήνες σε λίγες σελίδες. Μείνετε μαζί μου.

Το Gegenpress δεν είναι απλή υπόθεση

Ο Κλοπ έχει γίνει γνωστός για το περίφημο πια gegenpress του. Πρόκειται για μια παραλλαγή του ολλανδικού total football που χρησιμοποίησε κατά κόρον στην Ντόρτμουντ. Η γενική ιδέα είναι πως η ομάδα πρέπει να πιέζει ψηλά για να κερδίσει τον έλεγχο της μπάλας. Μάλιστα, η πίεση πρέπει να ασκείται τη στιγμή ακριβώς που θα χαθεί η μπάλα. Ο ίδιος ο Κλοπ έχει δηλώσει στο παρελθόν:

«Η καλύτερη στιγμή να κερδίσεις την μπάλα είναι αμέσως αφού την έχεις χάσει. Ο αντίπαλος θα είναι ακόμα αποπροσανατολισμένος και θα ψάχνει που θα πασάρει. Θα έχει κάνει μόλις ένα τάκλιν ή ένα κόψιμο και δε θα έχει τα μάτια του στο υπόλοιπο γήπεδο. Επίσης, θα έχει καταναλώσει ενέργεια. Αυτά τα δύο τον κάνουν ευάλωτο»

O Γιούργκεν Κλοπ
O Γιούργκεν Κλοπ

Επίσης, σε ανύποπτο χρόνο έχει δηλώσει:

«Κανένας playmaker στο κόσμο δεν είναι τόσο καλός όσο μια κατάσταση αντεπίθεσης μετά από πίεση»

Όταν ο Κλοπ έφτασε στο Λίβερπουλ, όμως, διαπίστωσε ότι δεν είχε τους κατάλληλους παίκτες για να εφαρμόσει αυτό που ήθελε. Ο Κουτίνιο, για παράδειγμα, το αστέρι –τότε– της ομάδας, που δύσκολα έμενε στον πάγκο, δεν ήταν ποτέ ο παίκτης που θα πίεζε τους αντιπάλους για να κερδίσει την μπάλα. Ενδεικτικά, κάποτε ο Κλοπ είχε δηλώσει:

«Η Λίβερπουλ δεν έχει εξτρέμ, εκτός από τον Σαντιό. Έχουμε δημιουργικούς παίκτες. Πρέπει να βρούμε ένα σύστημα για να εκμεταλλευτούμε τις ικανότητές τους»

Ο Ρότζερς άλλαζε συστήματα συχνά πυκνά. Η ομάδα επί των ημερών του είχε φτάσει να παίξει και 3-5-2. Ο Κλοπ προσπάθησε και καθιέρωσε το 4-3-3 ή το 4-2-3-1. Όμως, η ομάδα δεν γινόταν να παίζει όπως ήθελε ο Γερμανός. Ο Κουτίνιο ξεκινώντας από αριστερά και ο Λαλάνα ως προωθημένος χαφ εκτελούσαν χρέη δημιουργού και η Λίβερπουλ υιοθέτησε μια προσέγγιση ασύμβατη με τα πιστεύω του Κλοπ, αφού εκτόξευσε την κατοχή μπάλας από το 54,3% της τελευταίας σεζόν του Ρότζερς στο 58,3% της δεύτερης σεζόν του Κλοπ. Γι’ αυτό η Λίβερπουλ δεν κατάφερε να αποκτήσει κάποια ιδιαίτερη ταυτότητα κατά τον πρώτο ενάμιση χρόνο του Γερμανού στον πάγκο της, παρά τις όποιες σποραδικές επιτυχίες της. Η ομάδα έχανε βαθμούς σε ματς που θεωρητικά ήταν του χεριού της και άρχισαν και τα #kloppout.

Ο διακόπτης γυρνάει

Ο Κλοπ άρχισε να φέρνει την ομάδα στα μέτρα του. Απαίτησε τις μεταγραφές να τις κάνει αυτός και έφερε τους παίκτες που χρειαζόταν. Ο Φιρμίνο που μόλις είχε έρθει στην ομάδα όταν έφτασε ο Κλοπ ήταν ό,τι έπρεπε. Δεν ήταν ο κλασικός φορ περιοχής που θα βάλει 25 γκολ τη χρονιά, αλλά ασκούσε πίεση στην αντίπαλη άμυνα όπως την ήθελε ο προπονητής. Από την άλλη, η έλευση του Τζίνι το 2016, του Σάλαχ και του Τσάμπερλεϊν το 2017, αλλά και ο τρόπος που αγωνίζονταν πλέον ο Μίλνερ έκανε σταδιακά την Λίβερπουλ μια ομάδα που πιέζει τον αντίπαλο ψηλά, όπως ο Κλοπ το είχε φανταστεί εξ αρχής. Παίκτες που δεν μπορούν να το δώσουν αυτό, στο μυαλό του Κλοπ δεν είναι αναντικατάστατοι.

Η φυγή του Κουτίνιο δε δημιούργησε προβλήματα, παρά μόνο ευκαιρίες για άλλους παίκτες να αναδειχθούν. Έτσι οδηγηθήκαμε στην περσινή σεζόν, που η Λίβερπουλ έφτασε μέχρι τον τελικό του Champions’ League, κατέκτησε με μεγάλη άνεση μια θέση στην πρώτη τετράδα του πρωταθλήματος και απέδωσε κατά περιόδους όμορφο ποδόσφαιρο. Η έμφαση δόθηκε στο γρήγορο transition από την άμυνα στην επίθεση.

Μπορεί η κατοχή της μπάλας να μην έπεσε θεαματικά (από 58,3% πήγε στο 58%, άλλωστε πόσο να πέσει, από τη στιγμή που όλοι οι αντίπαλοι περιμένουν την Λίβερπουλ πίσω από την μπάλα), όμως ένα άλλο στοιχείο αποδεικνύει του λόγου το αληθές: η Λίβερπουλ ήταν πρώτη σε όλη την κατηγορία σε τελικές που προέκυπταν όταν η ομάδα έκλεβε την μπάλα από τους αντιπάλους το πολύ 5 δευτερόλεπτα αφού την είχε χάσει. Κυρίες και κύριοι, ιδού το gegenpress!

Τα πλάγια μπακ

Όταν ο Κλοπ έφτασε στο Άνφιλντ, βρήκε τον Κλάιν ως δεξί μπακ και τον Μορένο ως αριστερό μπακ. Τρία και κάτι χρόνια μετά, οι δύο παίκτες παραμένουν στο ρόστερ (ο Κλάιν μόλις έφυγε ως δανεικός), αλλά είναι αναπληρωματικοί. Στα δεξιά παίζει ο άγουρος ακόμα, αλλά με τεράστιο ταλέντο ΤΑΑ και αριστερά, έπειτα από έναν πειραματισμό για μια ολόκληρη σεζόν με τον Μίλνερ και από ακόμα μια ευκαιρία που δόθηκε στον Μορένο, ο Κλοπ κατέληξε (ευτυχώς) στη λύση του Ρόμπερτσον.

Η δουλειά που κάνουν μέσα στο γήπεδο είναι απίστευτη. Ο ίδιος ο Μουρίνιο είπε ότι βλέπει ακόμα και μετά το ντέρμπι που έληξε με νίκη της Λίβερπουλ σαν εφιάλτη τον Ρόμπο να τρέχει πάνω κάτω τη γραμμή. Πράγματι, και οι δύο είναι καρφωμένοι πάνω στη γραμμή του πλαγίου και παίρνουν πολλά μέτρα στο γήπεδο, με αποτέλεσμα η μέση θέση τους στα heatmaps να είναι πιο ψηλά από τους χαφ της ομάδας. Παράλληλα παίρνουν και μεγαλύτερο πλάτος από τους εξτρέμ της ομάδας, οι οποίοι συχνά πυκνά συγκλίνουν προς τα μέσα για να γίνουν πιο απειλητικοί, αλλά και για να δημιουργήσουν κενό χώρο για τα ανεβάσματα των ΤΑΑ και Ρόμπερτσον. Και όταν οι συνθήκες το απαιτούν, πατάνε και περιοχή.

Οι δύο παίκτες είναι ξεκάθαρα δημιουργήματα του Κλοπ. Ο μεν Σκωτζέσος όταν ο Κλοπ ήρθε στη Λίβερπουλ αγωνιζόταν στην Championship και κανείς δεν φανταζόταν ότι μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα θα γινόταν βασικός και αναντικατάστατος στη Λίβερπουλ, θα έπαιζε στον τελικό του Champions’ League και θα ήταν αρχηγός στην εθνική του μόλις στα 24 χρόνια του. Ο δε ΤΑΑ ήταν ακόμα στις ακαδημίες της ομάδας.

Στα παρακάτω passmaps είναι φανερό αυτό που λέγαμε για τη θέση που καταλαμβάνουν στο γήπεδο, αλλά και για τη συμμετοχή τους στο παραγωγικό παιχνίδι της ομάδας. Τα συγκεκριμένα passmaps είναι και από την περσινή και από την φετινή σεζόν και έχουν κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα.

Από κομπάρσοι, πρωταγωνιστές

Ένα ακόμα ιδιαίτερο στοιχείο του Κλοπ, είναι ότι αρέσκεται στο να βρίσκει παίκτες που πιστεύει ότι θα κάνουν τη δουλειά που αυτός θέλει, χωρίς να νοιάζεται αν στις προηγούμενες ομάδες τους αυτοί οι παίκτες διέπρεψαν ή όχι. Εδώ θα δούμε στα γρήγορα δύο περιπτώσεις: τον μεγάλο άτυχο της φετινής σεζόν, Τσάμπερλεϊν και τον Σακίρι, που έζησε το απόλυτο hype τον τελευταίο καιρό για κάποια εξαιρετικά παιχνίδια που έκανε.

Ο Τσάμπερλεϊν ήταν στην Άρσεναλ, όχι βασικός. Τις περισσότερες συμμετοχές του τις έγραψε την τελευταία χρονιά πριν την αποχώρησή του, με 29 και καμιά άλλη χρονιά δεν είχε ξεπεράσει τις 25. Πέρσι ο Κλοπ του έδωσε 32 ματς. Σε αυτά τα ματς σκόραρε 3 φορές, επίδοση που δεν είχε καταγράψει ποτέ στην Άρσεναλ. Το σημαντικότερο; Ο Οξ πέρσι ήταν δεύτερος στο πρωτάθλημα σε πάσες μέσα στην περιοχή σε καταστάσεις open play και τρίτος στις βαθιές προωθήσεις με την μπάλα προς την περιοχή του αντιπάλου (κοινώς, μπούκες). Όλα αυτά για έναν παίκτη που ακόμα κι εμείς οι ίδιοι θεωρούσαμε περιττό ή στην καλύτερη αλλαγή πολυτελείας (εγώ τουλάχιστον αυτό σκεφτόμουν).

Όσο για τον Σακίρι; 6 γκολ και 2 ασίστ σε μόλις 996 αγωνιστικά λεπτά φέτος. 1,63 key passes ανά 90λεπτο. 2,5 πάσες στην περιοχή του αντιπάλου ανά 90λεπτο. Έκρινε το ντέρμπι με τη Γιουνάιτεντ, ένα ματς που η νίκη ήταν κομβική για τη μάχη του τίτλου, αλλά και για το πρεστίζ του συλλόγου. Είναι αρκετά αυτά για έναν παίκτη που έχει μισό χρόνο στην ομάδα και που στις προηγούμενες ομάδες του (πχ. Μπάγερν) τον θεωρούσαν ένα χαμένο ταλέντο που δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν; Είναι αρκετά για να σωπάσουν όσοι έλεγαν ότι αγοράζοντας παίκτες από υποβιβασμένες ομάδες (Στόουκ) δεν πάμε πουθενά;

Αυτή η μοναδική ικανότητα του Κλοπ να βρίσκει χρυσό στα σκουπίδια των άλλων, αντανακλά και σε όλο τον οργανισμό που λέγεται Λίβερπουλ.

Ο Κουτίνιο βολόδερνε ανάμεσα σε Εσπανιόλ και Ίντερ και η Λίβερπουλ τον πούλησε 10 φορές πάνω από τα χρήματα που έδωσε για να τον αγοράσει. Ο Ρόμπερτσον που αγοράστηκε για λιγότερα από 10 εκατομύρια ευρώ, τώρα κοστίζει 45. Ο Γουαϊνάλντουμ κόντευε να χαθεί ως παίκτης, γιατί μετά τη θητεία του σε μεγάλες ομάδες της πατρίδας του κατέληξε στην Νιούκαστλ, που δεν μπορούσε να φανεί και πωλήθηκε στη Λίβερπουλ με ελάχιστα χρήματα περισσότερα από όσα αποκτήθηκε από τους Ολλανδούς. Πλεόν κοστίζει σχεδόν τα διπλάσια. Ο Μίλνερ περνάει περίοδο δεύτερης νιότης. Έχει παίξει σε όλες σχεδόν τις θέσεις του γηπέδου, είναι ο παίκτης που καταγράφει τα περισσότερα χιλιόμετρα ανά 90 λεπτά στο πρωτάθλημα και δε νομίζω να υπάρχει προπονητής στον κόσμο που να μην τον ήθελε στην ομάδα του. Ο Μανέ κι ο Σάλαχ που θεωρήθηκαν ακριβοί όταν αγοράστηκαν τριπλασίασαν ή τετραπλασίασαν την αξία τους. Ο Φιρμίνο τη διπλασίασε και πάει λέγοντας.

Η φετινή Λίβερπουλ

Και κάπου εδώ, ας αρχίσουμε να βλέπουμε τι γίνεται με την φετινή Λίβερπουλ. Γιατί, κακά τα ψέμματα, η πορεία μέχρι τον τελικό του Champions’ League πέρσι ήταν επιθυμητή, αλλά όχι τόσο όσο αυτό που λείπει από την ομάδα σχεδόν τρεις δεκαετίες τώρα: ένα πρωτάθλημα Αγγλίας. Και αυτό φαίνεται έτοιμη να το κατακτήσει η φετινή ομάδα.

Έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενα άρθρα το γιατί ότι ο Σάλαχ θα βγάλει πολλά παιχνίδια παίζοντας στην κορυφή της επίθεσης, κάτι που το βλέπουμε και στο δεύτερο από τα δύο passmaps του σημερινού άρθρου. Ελαφρώς μετατοπισμένος προς τα δεξιά, για να μπορεί να κάνει την αγαπημένη του κίνηση, κόβοντας προς τα μέσα και σουτάροντας με το καλό αριστερό του πόδι.

Επίσης είχαμε αναλύσει τι συμβαίνει με το game domination μετά την 14η αγωνιστική. Και αξίζει να αναφερθεί, γιατί αποδεικνύει την αξία αυτής της μεταβλητής, ότι στις 5 αγωνιστικές που ακολούθησαν μέχρι το κλείσιμο του πρώτου γύρου, η Λίβερπουλ ήταν στατιστικά καλύτερη από τον αντίπαλό της και στα 5 ματς που έδωσε. Στον αντίποδα η καταρρέουσα εκείνη την περίοδο Σίτι ήταν στατιστικά καλύτερη από τον αντίπαλό της μόνο 1 φορά σε αυτά τα 5 ματς ενώ μέχρι την 14η αγωνιστική ήταν καλύτερη από τον αντίπαλό της και στα 14 παιχνίδια που είχε δώσει. Για την Σίτι, όμως, θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Γιατί τώρα ήρθε η ώρα να μιλήσουμε επιτέλους για το τι είναι αυτό που έχει αλλάξει στη φετινή Λίβερπουλ και κατά πόσο έχει συμβάλλει στην εκτόξευση της ομάδας.

Χονδρικά θα μπορούσαμε να το συνοψίσουμε στην εξής φράση:

Η φετινή Λίβερπουλ δεν πιέζει τόσο ψηλά στο γήπεδο όσο η περσινή!

Υπάρχουν τα γραφήματα που θα το αποδείξουν αυτό, αλλά νομίζω πως όποιος έχει δει τους αγώνες της ομάδας, μπορεί πολύ εύκολα να διαπιστώσει ότι η ομάδα δεν παίζει σε τόσο υψηλές στροφές όπως σε προηγούμενα χρόνια και δεν πιέζει τον αντίπαλο τόσο ασφυκτικά και ψηλά όσο πέρσι που έφτασε το gegenpress στο αποκορύφωμα. Ας ξεκινήσουμε με τις αποδείξεις:

Καταρχάς η Λίβερπουλ επιτρέπει πιο πολλές πάσες στους αντιπάλους της. Πέρσι, το ποσοστό των επιτυχημένων πασών των αντιπάλων ήταν περίπου 73%, φέτος είναι περίπου 78%.

Δεύτερον, όσοι διάβασαν προσεκτικά το άρθρο ως τώρα, θα θυμούνται ότι η Λίβερπουλ πέρσι ήταν πρώτη σε όλη την κατηγορία σε τελικές που προέκυπταν όταν η ομάδα έκλεβε την μπάλα από τους αντιπάλους το πολύ 5 δευτερόλεπτα αφού την είχε χάσει. Φέτος έπεσε δεύτερη κι αυτό ίσως να μην λέει πολλά, αλλά ας δούμε το παρακάτω γράφημα:

Τι βλέπουμε εδώ; Βλέπουμε χωρισμένη σε κομμάτια του γηπέδου την πίεση που ασκούσε η περσινή Λίβερπουλ σε σχέση με την πίεση που ασκεί η φετινή, το πολύ 5 δευτερόλεπτα αφού έχει χάσει την μπάλα (αυτό που λέγαμε δηλαδή). Είναι αρκετά σαφές ότι η φετινή Λίβερπουλ πιέζει λιγότερο. Προσοχή σε μια λεπτομέρεια με την οποία θα ασχοληθούμε αργότερα, αλλά που κάνει τη διαφορά: το παραπάνω γράφημα αφορά καταστάσεις στις οποίες η Λίβερπουλ είναι μπροστά στο σκορ.
Το παραπάνω γράφημα αφορά στο σύνολο της ομάδας και μπορούμε να δούμε τι έκαναν πέρσι και τι κάνουν φέτος κάποιοι παίκτες ξεχωριστά, όσον αφορά τις αμυντικές τους ενέργειες ανά 90 λεπτά παιχνιδιού:

Από τα τελευταία δύο γραφήματα προκύπτει ότι η Λίβερπουλ προφανώς αμύνεται, αλλά σε πιο χαμηλά μέτρα στο γήπεδο (εκτός από τον Μίλνερ που αμύνεται παντού!)

Νομίζω πως αποδείξεις για να στηρίξουμε την αρχική υπόθεσή μας έχουν δοθεί αρκετές. Το θέμα είναι τώρα να δούμε τις αιτίες πίσω από το γεγονός αυτό καθεαυτό. Τι συμβαίνει λοιπόν; Δεν έχουν τα πνευμόνια οι παίκτες να τρέξουν να πιέσουν όσο πέρσι; Έριξε νερό ο Κλοπ στο κρασί του και αποφάσισε να μην παίζει η ομάδα τόσο επιθετική άμυνα;

Το πρώτο ισχύει σίγουρα, αλλά με τον αστερίσκο του μουντιάλ. Οι περισσότεροι παίκτες της ομάδας είχαν ένα εξαντλητικό καλοκαίρι, άλλοι είχαν και τραυματισμούς, με αποτέλεσμα να μην μπούνε στη σεζόν στο 100%. Χρειαζόταν μια διαχείριση. Δεν ήταν δυνατόν να τρέχουν πάνω κάτω για 90 λεπτά από την αρχή της σεζόν. Και αν δει κανείς τη διαφορά που υπάρχει σε τρεξίματα πλέον σε σχέση με την αρχή της σεζόν, θα το καταλάβει.

Για τον Κλοπ, ας μην μιλήσουμε ακόμα και ας δούμε κάτι άλλο:

Η περσινή Λίβερπουλ κέρδιζε στο 42% της διάρκειας ενός αγώνα. Στο υπόλοιπο 58% έπρεπε να πιέσει, αφού θα προσπαθούσε είτε να ανοίξει το σκορ, είτε να ισοφαρίσει. Και μάλιστα το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ήταν πίσω στο σκορ και έπρεπε να πιέζει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του γηπέδου για να κερδίζει μπάλες ήταν ένα διόλου ευκαταφρόνητο 12% της περσινής σεζόν.

Αντίθετα, φέτος η Λίβερπουλ προηγείται στο σκορ σχεδόν στο 50% της σεζόν και έχει μείνει πίσω στο σκορ, μόλις για 78 λεπτά, που αντιστοιχεί σε ένα περίπου 4% του συνολικού χρόνου παιχνιδιού.

Εξετάζοντας την υπόθεσή μας κάτω από αυτό το πρίσμα, διαφαίνονται κάποια πράγματα: Η Λίβερπουλ δεν πιέζει τόσο πολύ, γιατί δε χρειάζεται να πιέσει τόσο πολύ. Ειδικά στα παιχνίδια που παίρνει από νωρίς το προβάδισμα στο σκορ, δεν πιέζει σαν τρελή για ένα δεύτερο γκολ, δεν προσπαθεί να κάνει το παιχνίδι ροντέο όπως παλιότερα (και επί Κλοπ και επί Ρότζερς) και όσα βάλουμε – όσα φάμε. Κάνει διαχείριση. Η διαχείριση είναι ακριβώς η σωστή λέξη, γιατί περιγράφει τα πάντα:

Διαχείριση δυνάμεων, γιατί η σεζόν είναι μεγάλη και με ένα πρωτάθλημα που απ’ ότι φαίνεται θα κριθεί κοντά στους 90–100 πόντους, χρειάζεσαι και την τελευταία ικμάδα δύναμης μέχρι τα τέλη Μαΐου.

Διαχείριση της οικονομίας του παιχνιδιού. Γιατί για ποιο λόγο να πιέζεις ψηλά όταν η αμυντική σου λειτουργία είναι τόσο καλή που σου επιτρέπει να αφήσεις τον αντίπαλο να ανέβει λίγο παραπάνω στο γήπεδο; Και εξηγώ: Ομάδες που πιέζουν πολύ ψηλά το κάνουν εν μέρει και για να κρύψουν τα κενά που έχουν στο πίσω κομμάτι του γηπέδου. Και η φετινή Λίβερπουλ δεν έχει τέτοια. Επίσης, όταν έχεις το προβάδισμα στο σκορ και παίκτες σαΐτες στην επίθεση, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να διπλασιάσεις το προβάδισμά σου από το να αναγκάσεις τον αντίπαλο να σου δώσει χώρους που μπορούν να εκμεταλλευτούν ο Σάλαχ και ο Μανέ με την ταχύτητά τους; Και πως μπορείς να αναγκάσεις μια ομάδα που έχει έρθει για να παρκάρει το πούλμαν να ανοιχτεί; Τραβάς την άμυνά σου πιο πίσω. Απλό και όμορφο, όπως είναι και το ποδόσφαιρο ορισμένες φορές.

Το μέλλον με τον Κλοπ

Ο Κλοπ ξέρει ότι δε θα είναι για πάντα στο Λίβερπουλ. Όλοι οι μεγάλοι προπονητές ξέρουν πως κάποτε χρειάζεται μια αλλαγή. Οι πιο υπεύθυνοι από αυτούς και αυτοί που δένονται με την ομάδα και τον κόσμο δεν αρκούνται απλά να φύγουν μια μέρα. Θέλουν να αφήσουν το δημιούργημά τους σε καλά χέρια. Έτσι έγινε με τον Σάνκλι και τον Πέισλι, έτσι θα γίνει και με τον Κλοπ και τους διαδόχους του. Ακούω ήδη κάποιες φωνές να διαμαρτύρονται διαβάζοντας και να λένε ότι ο Κλοπ ούτε στο ελάχιστο δεν έχει καταφέρει ακόμα όσα οι δύο προαναφερόμενοι. Θα τα καταφέρει! Είναι νομοτελειακό. Το τρένο έχει μπει στις ράγες και δε θα αργήσει να φτάσει στον προορισμό του.

Θα ήταν παρακινδυνευμένο να πει κανείς ότι όσο έχει αλλάξει την Λίβερπουλ ο Κλόπ, τόσο έχει αλλάξει και ο Γιούργκεν όσο είναι στη Λίβερπουλ; Ίσως όχι και τόσο. Όσο και να πεις, άλλο το γερμανικό πρωτάθλημα, άλλο το αγγλικό. Ο ίδιος ο Κλοπ είχε ισχυριστεί ότι χρειάστηκε ένα διάστημα προσαρμογής. Έπαιξε κάποιο ρόλο ότι δύο πολύτιμοι βοηθοί του Κλοπ και εν πολλοίς οι άνθρωποι πάνω στους οποίους στηρίχτηκε το gegenpress αποχώρησαν από την ομάδα; Η αποχώρηση του Μπούβατς μετά από 17 χρόνια στο πλευρό του Γιούργκεν, έσκασε σαν βόμβα πέρσι, αλλά ίσως τελικά να ήταν αυτή που απελευθέρωσε τον Γερμανό και τον έκανε να σκεφτεί το παιχνίδι πιο λογικά και όχι τόσο ιδεοληπτικά. Ο δεύτερος που αποχώρησε έχει μια ιδιαιτερότητα: Ότι… ξαναγύρισε!

Μιλάω για τον 36χρονο Πεπ Λίντερς. Μετά από 4 χρόνια ως κόουτς στην ομάδα μας έκανε το αγροτικό του ως πρώτος προπονητής για λίγους μήνες στην Ναϊμέιγκεν της πατρίδας του και επέστρεψε με αυξημένες αρμοδιότητες. Είναι ο άνθρωπος που ο Κλοπ, πλέον, ακούει περισσότερο ίσως από κάθε άλλον. Δεν είχε το ρόλο του βοηθού, αλλά στην ουσία ήταν το Νο.2 και πριν από 20 μέρες περίπου ο σύλλογος επιβεβαίωσε ότι ο Λίντερς είναι ο βοηθός προπονητή του Κλοπ, μαζί με τον Κράβιτζ.

Ο Λίντερς είναι ένας παθιασμένος προπονητής με ξεκάθαρη φιλοσοφία όσον αφορά το ποδόσφαιρο. Δεν υπήρξε ποτέ παίκτης. Ήξερε από πιτσιρικάς ότι θέλει να είναι προπονητής, δεν βρέθηκε στην προπονητική από σπόντα. Ξεκίνησε από τις παιδικές ομάδες της Αϊντχόφεν σε ηλικία μόλις 19 ετών και πριν από τη Λίβερπουλ είχε περάσει από τις ακαδημίες της Πόρτο. Καλά σχολεία και τα δύο. Όσον αφορά το στιλ παιχνιδιού, ο Λίντερς είναι ένας «ιεραπόστολος» της πίεσης ψηλά στο γήπεδο και της επίθεσης. Μια και στην αρχή του άρθρου θυμηθήκαμε κάποιες ατάκες του Γιούργκεν Κλοπ, θεωρώ ωραίο να δούμε όπως πάμε για κλείσιμο κάποιες ατάκες του Λίντερς, που μαζί με τον Στίβεν που κάνει εξαιρετικό προπονητικό ντεμπούτο στους Ρέιντζερς, δεν μπορούν να είναι τίποτα άλλο, παρά το μέλλον αυτής της σπουδαίας ομάδας που θα τους παραδώσει μια μέρα ο Κλοπ.

«Το στιλ μας είναι η επίθεση, με και χωρίς την μπάλα. Αντιλαμβανόμαστε ότι το παιχνίδι παίζεται με μια μπάλα, τη δική μας μπάλα που πρέπει να την κλέψουμε σε οποιοδήποτε σημείο του γηπέδου και με αυτή να τους επιτεθούμε. Δεν έχει σημασία με ποιον παίζουμε, θα τους πιέσουμε ψηλά και επιθετικά και θα τους επιτιθόμαστε ξανά και ξανά»

και επίσης:

«Κανείς δεν ξέρει πως θα μοιάζει το ποδόσφαιρο του μέλλοντος. Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι η αμυντική οργάνωση των ομάδων θα είναι ακόμα καλύτερη. Θα προστατεύουν το κέντρο του γηπέδου καλύτερα και θα υπερασπίζονται την περιοχή τους καλύτερα. Εμείς πρέπει να δημιουργήσουμε παίκτες που θα καταστρέφουν αυτή την αμυντική οργάνωση […] Είμαστε υπεύθυνοι για να δημιουργήσουμε μια νέα γενιά παικτών, μια γενιά που μπορεί και σε υψηλό επίπεδο να δημιουργεί τη μια ευκαιρία πίσω από την άλλη, μια γενιά που θα καταστρέφει τα αμυντικά τείχη».

 

Μείνετε συντονισμένοι.

Τα καλύτερα έρχονται.

YNWA.